εξυπηρέτηση

ουσιαστικό

1. Παροχή βοήθειας, υπηρεσιών ή διευκολύνσεων προς άτομα, οργανισμούς ή χρήστες με σκοπό την κάλυψη αναγκών ή την επίλυση προβλημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν άμεση και ευγενική.
  • Ζήτησα εξυπηρέτηση στο σπίτι για τη συσκευή που χάλασε.
  • Η εταιρεία παρέχει τεχνική εξυπηρέτηση μέσω τηλεφώνου και chat.
  • Η κακή εξυπηρέτηση προκάλεσε πολλά παράπονα από τους πελάτες.
  • Η εξυπηρέτηση των τραπεζικών συναλλαγών γίνεται πλέον ηλεκτρονικά.