εξουσιοδότηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή έγγραφο με το οποίο ένα πρόσωπο αναθέτει σε άλλο την αρμοδιότητα να ενεργεί εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του σε συγκεκριμένα θέματα.

2. Η εξουσία ή το δικαίωμα που χορηγείται με αυτήν την ανάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδωσα εξουσιοδότηση στον δικηγόρο να υπογράψει τα συμβόλαια.
  • Η διευθύντρια έδωσε εξουσιοδότηση στον αναπληρωτή να πάρει αποφάσεις κατά την απουσία της.
  • Για να παραλάβεις το δέμα χρειάζεται γραπτή εξουσιοδότηση.
  • Η εξουσιοδότηση του έργου σε άλλο τμήμα επιτάχυνε την υλοποίηση.
  • Η εφαρμογή ζητά ψηφιακή εξουσιοδότηση για πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα.
  • Ανακάλεσα την εξουσιοδότηση μετά από νέες πληροφορίες.