εξουθενώνω
ρήμα1. Προκαλώ σε άτομο, ζώο ή ομάδα έντονη σωματική ή ψυχική εξάντληση, αποδυναμώνοντας τις δυνάμεις και την αντοχή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τις ατέλειωτες βάρδιες εξουθενώνω τον εαυτό μου.
- Δεν θέλω να εξουθενώνω τους συναδέλφους μου με συνεχείς επικρίσεις.
- Προσπαθώ να μην εξουθενώνω τα παιδιά όταν κάνουν λάθη, αλλά να τα στηρίζω.
- Καταλαβαίνω πως με τα λόγια μου μπορώ να εξουθενώνω ανθρώπους χωρίς να το θέλω.
- Αν δεν κοιμάμαι αρκετά, εξουθενώνω γρήγορα και χάνω συγκέντρωση.