εξερεύνηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία συστηματικής αναζήτησης και καταγραφής πληροφοριών, στοιχείων ή χαρακτηριστικών για ανεξερεύνητα ή ασαφή αντικείμενα, περιοχές ή φαινόμενα, με σκοπό την κατανόηση, τεκμηρίωση ή αξιοποίησή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξερεύνηση του διαστήματος ανοίγει νέους ορίζοντες.
- Η εξερεύνηση σπηλαίων απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και προετοιμασία.
- Στο εργαστήριο, η εξερεύνηση νέων ιδεών οδηγεί σε καινοτομία.
- Η εξερεύνηση των συναισθημάτων βοηθά στην αυτογνωσία.
- Στην εταιρεία, η εξερεύνηση των αγορών ξεκίνησε χθες.