εξαρτημένος
επίθετο1. Που χρειάζεται ή στηρίζεται σε κάτι ή κάποιον για να λειτουργήσει, να υπάρξει ή να επιτύχει αποτέλεσμα.
2. Που έχει αναπτύξει σωματική ή ψυχολογική εξάρτηση από ουσία ή συμπεριφορά, με δυσκολία στον έλεγχο ή στην αποχή.
Συνώνυμα
εξαρτώμενος εθισμένος κολλημένος προσκολλημένος ναρκομανής αλκοολικός υπόδουλος υποδουλωμένος σκλαβωμένος υποτακτικός δεμένος επιρρεπής εμμονικός συνδεδεμένος δεσμευμένος υποτελής
Αντώνυμα
ανεξάρτητος απεξαρτημένος αδέσμευτος αυτεξούσιος αυτοδύναμος αυτάρκης αυτόνομος ελεύθερος απελευθερωμένος απογαλακτισμένος ανεπηρέαστος απαλλαγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος είναι εξαρτημένος από τα ναρκωτικά.
- Η Μαρία είναι εξαρτημένη από το διαδίκτυο.
- Η επιτυχία του έργου είναι εξαρτημένη από τη χρηματοδότηση.
- Η κόρη τους είναι εξαρτημένη από τους γονείς της.
- Ο μισθός του είναι εξαρτημένος από τα αποτελέσματα.
- Το αποτέλεσμα είναι εξαρτημένο από τις αρχικές συνθήκες.