εξέλιξη

ουσιαστικό

1. Διαδικασία σταδιακών αλλαγών στη δομή, στη λειτουργία ή στα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού, ενός συστήματος ή ενός φαινομένου με την πάροδο του χρόνου.

2. Σταδιακή ανάπτυξη ή πρόοδος προς πιο σύνθετη, διαφοροποιημένη ή προσαρμοσμένη κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι ραγδαία.
  • Η εξέλιξη των ειδών εξηγεί τις προσαρμογές των οργανισμών.
  • Παρακολουθούμε την εξέλιξη της υπόθεσης με προσοχή.
  • Οι εξελίξεις στην αγορά απαιτούν άμεσες προσαρμογές.
  • Η εξέλιξη του χαρακτήρα της στο μυθιστόρημα είναι πειστική.