εξέγερση

ουσιαστικό

1. Μαζική συλλογική ενέργεια ομάδας ανθρώπων που στρέφεται εναντίον της υπάρχουσας εξουσίας, θεσμών ή κοινωνικών συνθηκών με σκοπό την αμφισβήτηση ή αλλαγή τους, συχνά συνοδευόμενη από δημόσιες διαμαρτυρίες, αναταραχές ή βίαιες συγκρούσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξέγερση κατά της δικτατορίας άλλαξε την ιστορία της χώρας.
  • Στη φυλακή ξέσπασε εξέγερση μετά τη μείωση των επισκέψεων.
  • Μια εσωτερική εξέγερση τον ώθησε να αλλάξει ζωή.
  • Οι νέοι ξεκίνησαν εξέγερση για τα περιβαλλοντικά δικαιώματα.
  • Η μουσική σκηνή της πόλης γνώρισε μια εξέγερση καινοτόμων ιδεών.