ενοχλημένος

επίθετο

1. Που αισθάνεται δυσφορία ή δυσαρέσκεια λόγω συμπεριφοράς, λόγου ή περιστάσεων.

2. Που βρίσκεται σε κατάσταση σωματικής ή ψυχικής δυσφορίας εξαιτίας εξωτερικού ερεθίσματος (π.χ. θόρυβος, φως, άγγιγμα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν ενοχλημένος επειδή άργησες στη συνάντηση.
  • Η Μαρία ένιωσε ενοχλημένη από τα αδιάκριτα σχόλια.
  • Οι γείτονες ήταν ενοχλημένοι από τον θόρυβο όλο το βράδυ.
  • Μετά το τρέξιμο ένιωθα ενοχλημένος στο γόνατο.
  • Ο μαθητής ένιωσε ενοχλημένος όταν τον κάλεσαν να απαντήσει μπροστά στην τάξη.