εννοώ

ρήμα

1. Εκφράζω με λόγια, χειρονομίες ή γραφή το νόημα ή την πρόθεσή μου, ώστε αυτό να γίνει κατανοητό.

2. Κάνω κάτι να γίνει αντιληπτό έμμεσα, χωρίς να το διατυπώσω ρητά.

3. Έχω ως σκοπό ή πρόθεση κάτι όταν μιλώ ή συμπεριφέρομαι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν ήθελα να σε προσβάλω.
  • Όταν λέω «αργά», εννοώ μετά τις δώδεκα το βράδυ.
  • Με το σχόλιο αυτό εννοώ πως πρέπει να προσέξουμε περισσότερο.
  • Θέλω, εννοώ, να πω ότι συμφωνώ με την πρότασή σου.
  • Δεν σε κατηγορώ· εννοώ ότι πρέπει να συζητήσουμε το πρόβλημα.