ενεργοποίηση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή διαδικασία με την οποία κάτι καθίσταται ενεργό ή τίθεται σε λειτουργία.
2. Η κατάσταση στην οποία ένα σύστημα, συσκευή ή λειτουργία είναι σε λειτουργία και έτοιμο ή σε εξέλιξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενεργοποίηση της συσκευής έγινε με το πάτημα ενός κουμπιού.
- Απαιτείται ενεργοποίηση των ενημερώσεων για να λαμβάνεις τις νέες εκδόσεις.
- Η ενεργοποίηση των νευρώνων καταγράφηκε κατά τη διάρκεια του πειράματος.
- Η ενεργοποίηση της διαφημιστικής καμπάνιας προγραμματίστηκε για τη Δευτέρα.
- Χωρίς ενεργοποίηση του λογαριασμού δεν θα έχεις πρόσβαση στις υπηρεσίες.