εναρμόνιση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία διαφορετικά στοιχεία, κανόνες ή παράμετροι προσαρμόζονται και συντονίζονται ώστε να λειτουργούν αρμονικά ή σύμφωνα μεταξύ τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασυμφωνία ασυμβατότητα απόκλιση παραφωνία ανομοιομορφία διαφωνία σύγκρουση απορρύθμιση αποσυγχρονισμός αντιδιαστολή αταξία αποσύνδεση αντίθεση διένεξη
Παραδείγματα χρήσης
- Η εναρμόνιση των νόμων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρώθηκε.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε την εναρμόνιση των διαδικασιών της με τα διεθνή πρότυπα.
- Η εναρμόνιση της φωνής με το πιάνο δημιούργησε όμορφο αποτέλεσμα.
- Απαιτείται εναρμόνιση μεταξύ των τμημάτων για την υλοποίηση του έργου.
- Η εναρμόνιση των δεδομένων μεταξύ των συστημάτων βελτίωσε την ακρίβεια των αναφορών.