εναντίωση
ουσιαστικό1. Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ιδέες, πράξεις ή αρχές δεν συμφωνούν και παρουσιάζουν ασυμφωνία στις απόψεις, τις προθέσεις ή τα αποτελέσματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε έντονη εναντίωση στην πρόταση για τις αυξήσεις.
- Η κυβέρνηση συναντά εναντίωση από την αντιπολίτευση στο κοινοβούλιο.
- Η υπεράσπιση άσκησε εναντίωση κατά της απόφασης του δικαστηρίου.
- Η εναντίωση χρωμάτων στον πίνακα δίνει έντονο οπτικό αποτέλεσμα.
- Η εναντίωση ιδεών μεταξύ των συμμετεχόντων οδήγησε σε δημιουργικό διάλογο.