ελπίδα
ουσιαστικό1. Συναίσθημα ή ψυχική κατάσταση που εκφράζει προσδοκία για θετική εξέλιξη ή ευνοϊκό αποτέλεσμα στο μέλλον, συνοδευόμενη από επιθυμία και εμπιστοσύνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
- Έχω την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.
- Υπάρχει ακόμα ελπίδα να βρούμε λύση στο πρόβλημα.
- Κράτησε την ελπίδα ζωντανή, ακόμα κι αν είναι δύσκολα.
- Η ελπίδα για ανάρρωση του ασθενούς έδωσε κουράγιο στην οικογένεια.