εκχώρηση
ουσιαστικό1. Μεταβίβαση δικαιώματος, απαίτησης ή τίτλου από έναν κύριο σε άλλον, με αποτέλεσμα τη μεταφορά της νομικής ή οικονομικής εξουσίας πάνω σε αυτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκχώρηση των απαιτήσεων έγινε με επίσημο έγγραφο.
- Ζήτησε την εκχώρηση καθηκόντων στον νέο υπάλληλο.
- Η εκχώρηση του οικοπέδου καταγράφηκε στο κτηματολόγιο.
- Η εκχώρηση της άδειας χρήσης επιτρέπεται με συμφωνία των μερών.
- Η εκχώρηση οφειλών σε τρίτο μέρος βελτίωσε τη ρευστότητα της εταιρείας.
- Η εκχώρηση δικαιωμάτων πρόσβασης έγινε μέσω του συστήματος διαχείρισης.