εκνευρίζω

ρήμα

1. Προκαλώ σε κάποιον αίσθημα ενόχλησης ή δυσφορίας, με αποτέλεσμα να χάνει την υπομονή ή την ψυχραιμία του.

2. Κάνω κάποιον νευρικό ή αναστατωμένο λόγω συμπεριφοράς, λόγων ή περιστάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπαθώ να μην εκνευρίζω τους συναδέλφους μου με συνεχόμενες ερωτήσεις.
  • Μερικές φορές με εκνευρίζω όταν κάνω τα ίδια λάθη.
  • Εκνευρίζω τους γείτονες με τη δυνατή μουσική το βράδυ.
  • Φοβάμαι μήπως εκνευρίζω τον δάσκαλο με τις συχνές απουσίες μου.
  • Δεν θέλω να εκνευρίζω το μωρό περισσότερο.