εκδηλωτικός

επίθετο

1. Που εκδηλώνει με εμφαντικό και άμεσο τρόπο τα συναισθήματα, τη στοργή ή τις σκέψεις του προς άλλους.

2. Που έχει την τάση να εκφράζει ανοιχτά και χωρίς συστολή συναισθηματικές αντιδράσεις ή συμπάθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Νίκος ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτικός στη χθεσινή συναυλία.
  • Η Μαρία γίνεται εκδηλωτική όταν μιλά για τα παιδιά της.
  • Οι φίλοι του ήταν πολύ εκδηλωτικοί στη στήριξή τους μετά το δυστύχημα.
  • Το σύμπτωμα έγινε εκδηλωτικό μετά από λίγες μέρες.
  • Ο ζωγράφος έχει έναν εκδηλωτικό τρόπο να αποτυπώνει συναισθήματα.