εκδηλωτικός
επίθετο1. Που εκδηλώνει με εμφαντικό και άμεσο τρόπο τα συναισθήματα, τη στοργή ή τις σκέψεις του προς άλλους.
2. Που έχει την τάση να εκφράζει ανοιχτά και χωρίς συστολή συναισθηματικές αντιδράσεις ή συμπάθεια.
Συνώνυμα
εκφραστικός διαχυτικός δηλωτικός ανοιχτός θερμός ζεστός συναισθηματικός φανερός αποκαλυπτικός πληθωρικός πρόσχαρος επιδεικτικός παθιασμένος παρορμητικός ευθύς ενθουσιώδης
Αντώνυμα
συγκρατημένος επιφυλακτικός ντροπαλός κλειστός εσωστρεφής ψυχρός ανεκδήλωτος απαθής μυστικοπαθής απόμακρος διστακτικός λιγομίλητος μετρημένος απρόσιτος μυστικός αμίλητος αποστασιοποιημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτικός στη χθεσινή συναυλία.
- Η Μαρία γίνεται εκδηλωτική όταν μιλά για τα παιδιά της.
- Οι φίλοι του ήταν πολύ εκδηλωτικοί στη στήριξή τους μετά το δυστύχημα.
- Το σύμπτωμα έγινε εκδηλωτικό μετά από λίγες μέρες.
- Ο ζωγράφος έχει έναν εκδηλωτικό τρόπο να αποτυπώνει συναισθήματα.