εικάζω
ρήμα1. Διατυπώνω υπόθεση ή πιθανό συμπέρασμα βασισμένο σε ενδείξεις ή ελλιπή στοιχεία, χωρίς απόλυτη βεβαιότητα.
2. Προτείνω υποθετική ερμηνεία για την αιτία, τη φύση ή την εξέλιξη κάποιου γεγονότος ως βάση για έλεγχο ή περαιτέρω διερεύνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τα σύννεφα έξω, εικάζω ότι θα βρέξει σήμερα.
- Με βάση τα στοιχεία, εικάζω ότι το σφάλμα προήλθε από την ενημέρωση του συστήματος.
- Βλέποντας το μήνυμα, εικάζω πως είναι αναστατωμένη.
- Από τα αποτυπώματα στο σημείο, εικάζω ότι ο δράστης έχει εμπειρία.
- Χωρίς να είμαι σίγουρος, εικάζω πως η συνάντηση θα κρατήσει λιγότερο από μία ώρα.