εγκληματίας
ουσιαστικό1. Άτομο που διαπράττει ενέργειες που συνιστούν εγκλήματα σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο ή που θεωρούνται παράνομες από την κοινωνία.
2. Άτομο που έχει καταδικαστεί για τέτοιες παράνομες πράξεις.
Συνώνυμα
κακοποιός παραβάτης παράνομος θύτης ποινικός κακούργος κατάδικος δράστης ληστής κλέφτης διαρρήκτης δολοφόνος βιαστής εκβιαστής απατεώνας λωποδύτης ναρκέμπορος τοκογλύφος μαστροπός σωματέμπορος συμμορίτης μαφιόζος δραπέτης αλήτης ένοχος φονιάς κατηγορούμενος τρομοκράτης ανθρωποκτόνος αμαρτωλός σφαγέας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκληματίας συνελήφθη χθες το βράδυ.
- Ο εγκληματίας κρίθηκε ένοχος από το δικαστήριο.
- Τον χαρακτήρισαν εγκληματία για την οικολογική καταστροφή.
- Νιώθω σαν εγκληματίας όταν ξεχνάω να τηρήσω τις υποχρεώσεις μου.
- Η εγκληματίας καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση.