εγκαθίσταμαι
ρήμα1. Εγκαθίσταμαι σε νέο χώρο, παίρνοντας κατοικία ή διαμονή και οργανώνοντας τις συνθήκες της καθημερινότητας εκεί.
2. Τοποθετούμαι ή τίθεμαι σε λειτουργία, ιδίως για εξοπλισμό, συσκευές ή προγράμματα, ώστε να είναι έτοιμα προς χρήση.
Συνώνυμα
εγκαθιστώ εγκατοικώ κατοικώ μετακομίζομαι στεγάζομαι τοποθετούμαι τοποθετώ ιδρύομαι εγκαθιδρύομαι διαμένω εντάσσομαι καταλαμβάνω μένω κάθομαι καθίζω μετακομίζω ενσωματώνομαι προσαρμόζομαι κατσικώνομαι αράζω μεταναστεύω
Αντώνυμα
απεγκαθιστώ φεύγω αποχωρώ εγκαταλείπω εκκενώνω απομακρύνομαι αποσύρομαι αποσυναρμολογώ εκδιώκομαι εκδιώχνω αποδημώ περιπλανιέμαι ταξιδεύω περιδιαβαίνω τριγυρίζω τριγυρνώ
Παραδείγματα χρήσης
- Την επόμενη εβδομάδα εγκαθίσταμαι στο καινούριο μου σπίτι.
- Μετά τις εκλογές, εγκαθίσταμαι στην προεδρία με αίσθημα ευθύνης.
- Κάθε χειμώνα εγκαθίσταμαι στο εξοχικό μας για λίγες εβδομάδες.
- Ως νέος υπάλληλος, εγκαθίσταμαι στην ομάδα και μαθαίνω τις διαδικασίες.
- Μόλις φτάνω στο καταφύγιο, εγκαθίσταμαι και προετοιμάζομαι για τη νύχτα.