δουλεία

ουσιαστικό

1. Κοινωνικός θεσμός και πρακτική κατά την οποία άτομα θεωρούνται ιδιοκτησία άλλων και υποχρεώνονται να εργάζονται χωρίς ελεύθερη βούληση, δυνατότητα αποχώρησης ή δίκαιη αμοιβή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δουλεία ήταν θεσμός που σφράγισε την οικονομία πολλών αρχαίων πολιτισμών.
  • Πολλοί άνθρωποι υπέφεραν από δουλεία ακόμα και στον 20ό αιώνα.
  • Ο φόβος της αποτυχίας ήταν για εκείνη μια αόρατη δουλεία.
  • Οι πολιτικές καταστάσεις κράτησαν τον λαό σε δουλεία για δεκαετίες.
  • Ο αγώνας για την ανεξαρτησία έβαλε τέλος στη μακρά περίοδο δουλείας.