διμοιρία

ουσιαστικό

Μικρή στρατιωτική ή αστυνομική μονάδα, υπομονάδα μεγαλύτερης δύναμης, αποτελούμενη από δύο ή περισσότερες ομάδες προσωπικού και με συγκεκριμένη διοικητική δομή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διμοιρία προχώρησε σύμφωνα με τις εντολές του διοικητή.
  • Μια διμοιρία των ΜΑΤ βρισκόταν στην είσοδο του κτιρίου.
  • Κατά τη στρατιωτική άσκηση η διμοιρία εξασκήθηκε σε τακτικές ελιγμού.
  • Η διμοιρία εθελοντών ανέλαβε τον καθαρισμό της παραλίας.
  • Ακόμη και σε ειρηνικές εκδηλώσεις τοποθετείται μερικές φορές μια διμοιρία για λόγους ασφαλείας.