διευθύνω
ρήμα1. Αναλαμβάνω την ευθύνη για το σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, τον συντονισμό και την επίβλεψη των δραστηριοτήτων ενός οργανισμού, μιας ομάδας ή μιας επιχείρησης, παίρνοντας αποφάσεις και κατευθύνοντας πόρους για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.
Συνώνυμα
κατευθύνω καθοδηγώ διοικώ κυβερνώ ηγούμαι προΐσταμαι προεδρεύω κουμαντάρω τρέχω οδηγώ συντονίζω οργανώνω διαχειρίζομαι εποπτεύω επιβλέπω επιτηρώ επιμελούμαι ηγεμονεύω ελέγχω οδηγάω διοργανώνω χειρίζομαι εκτελώ διατάσσω αναλαμβάνω έχω διατάζω διεξάγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ διευθύνω την εταιρεία εδώ και πέντε χρόνια.
- Μπορώ να διευθύνω τη συζήτηση αν θέλετε.
- Στη διασταύρωση εγώ διευθύνω την κυκλοφορία όταν λείπει ο τροχονόμος.
- Τη νύχτα θα διευθύνω την ορχήστρα στη συναυλία.
- Σε αυτή τη βάρδια διευθύνω το σύστημα ελέγχου των μηχανών.