διεκδίκηση
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία με την οποία κάποιος απαιτεί ή ζητεί την αναγνώριση, την απόδοση ή την κατοχή ενός δικαιώματος, περιουσιακού στοιχείου, ωφελήματος ή αποζημίωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέβαλε διεκδίκηση αποζημίωσης για τις ζημιές στο αυτοκίνητό του.
- Η χώρα ενίσχυσε τη διεκδίκηση της για τα θαλάσσια σύνορα.
- Οι εργαζόμενοι ξεκίνησαν διεκδίκηση για καλύτερες αμοιβές και συνθήκες εργασίας.
- Η υποψήφια άσκησε διεκδίκηση για την προεδρία του συλλόγου.
- Η διεκδίκηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί προτεραιότητα για την κοινότητα.