διασκορπίζω
ρήμα1. Κάνω ώστε αντικείμενα, άτομα ή ουσίες να βρεθούν διάσπαρτα σε πολλά σημεία, μειώνοντας τη συγκέντρωσή τους.
2. Προκαλώ ή αναγκάζω την απομάκρυνση και κίνηση ομάδων ανθρώπων ή ζώων από ένα σημείο προς διάφορες κατευθύνσεις.
Συνώνυμα
σκορπίζω διασπείρω διαχέω απλώνω εξαπλώνω διαλύω διασπώ σπαταλάω σπαταλώ σπείρω κατανέμω διαμοιράζω διανέμω αποσυμφορώ κατασπαταλώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αέρας διασκορπίζει τα ξερά φύλλα στον κήπο.
- Η αστυνομία διασκορπίζει το πλήθος για λόγους ασφαλείας.
- Το πρίσμα διασκορπίζει το φως σε φάσματα χρωμάτων.
- Το γέλιο της διασκορπίζει τις ανησυχίες μου.
- Ο αγρότης διασκορπίζει τους σπόρους στα χωράφια.