διάσημος
επίθετοΠου είναι ευρέως γνωστός ή αναγνωρισμένος από μεγάλο πλήθος ανθρώπων λόγω έργου, επιτευγμάτων, δημόσιας παρουσίας ή προβολής.
Συνώνυμα
φημισμένος ξακουστός περίφημος περιώνυμος πασίγνωστος δημοφιλής γνωστός διακεκριμένος επώνυμος αναγνωρισμένος επιφανής προβεβλημένος σελέμπριτι σταρ αστέρι ένδοξος διαπρεπής αναγνωρίσιμος καταξιωμένος λαμπρός εμβληματικός δοξασμένος σπουδαίος επιτυχημένος προεξέχων πρωτοκλασάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διάσημος ηθοποιός έδωσε συνέντευξη χθες.
- Η διάσημη συγγραφέας παρουσίασε το νέο της βιβλίο.
- Χιλιάδες τουρίστες επισκέφθηκαν το διάσημο μνημείο.
- Οι διάσημοι αθλητές χειροκροτήθηκαν από το κοινό.
- Η επιχείρηση έγινε διάσημη για την καινοτομία της.