διάβασμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία κάποιος αποκωδικοποιεί και κατανοεί γράμματα και λέξεις ενός γραπτού ή τυπωμένου κειμένου, αντιλαμβανόμενος το περιεχόμενο και το νόημά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το διάβασμα για τις εξετάσεις απαιτεί πρόγραμμα.
- Έκανε το διάβασμα του κειμένου πριν από την παράσταση.
- Το διάβασμα στη βεράντα με έναν καφέ με χαλαρώνει.
- Ζήτησε ένα διάβασμα για να νιώσει καλύτερα.
- Χρειάζομαι ένα γρήγορο διάβασμα του συμβολαίου πριν το υπογράψω.
- Το διάβασμα της συμπεριφοράς του συνεργάτη με βοήθησε να καταλάβω τις προθέσεις του.