δέσιμο
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δένω· η πράξη του στερέωματος ή του συγκρατήματος αντικειμένων με σχοινί, κορδόνι, λουρί ή άλλο υλικό.
2. Η μορφή στερέωσης που προκύπτει μετά το δέσιμο, δηλαδή η κατασκευή ή κόμβος που συγκρατεί τα μέρη μεταξύ τους.
Συνώνυμα
δεσίωμα σύνδεση δεσμός κόμπος σφίξιμο θηλιά δέσμα σύνδεσμος σύζευξη δέση συντροφικότητα προσκόλληση ζυγός συγκόλληση συρραφή κλείσιμο περιτύλιγμα συναρμογή συνάφεια ζεύξη σχέση δέσμευση πιάσιμο
Αντώνυμα
λύσιμο ξεδέσιμο αποδέσμευση λύση αποσύνδεση αποσυγκόλληση απελευθέρωση απεμπλοκή διάλυση χωρισμός αποκόλληση ξεκούμπωμα πλεύση ξεκόλλημα απομάκρυνση αποσυμπλοκή
Παραδείγματα χρήσης
- Το δέσιμο του πακέτου με σπάγκο ήταν σφιχτό.
- Το δέσιμο μεταξύ της μητέρας και του παιδιού φάνηκε από νωρίς.
- Το βιβλίο είχε καλό δέσιμο, οπότε οι σελίδες δεν ξεκόλλησαν.
- Το δέσιμο της πληγής το έκανε ο γιατρός με αποστειρωμένο επίδεσμο.
- Η ομάδα απέκτησε γρήγορα δέσιμο και έπαιξε αποτελεσματικά.