γυρνώ
ρήμα1. Επιστρέφω σε τόπο από τον οποίο είχα φύγει ή στο σημείο όπου βρισκόμουν προηγουμένως.
2. Κινούμαι ή περιφέρομαι σε διάφορα μέρη χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
3. Κάνω στροφή ή περιστροφή γύρω από έναν άξονα ή γύρω από κάποιο σημείο.
Συνώνυμα
γυρίζω γυρνάω επιστρέφω επανέρχομαι επανακάμπτω στρέφω στρέφομαι τριγυρίζω τριγυρνάω περιφέρομαι πηγαινοέρχομαι ανακάμπτω περιστρέφω περιστρέφομαι πλανιέμαι γυροφέρνω αναστρέφω περιπατώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη δουλειά γυρνώ σπίτι και ξεκουράζομαι.
- Για να ανοίξω την πόρτα γυρνώ το κλειδί στην κλειδαριά.
- Καθώς διαβάζω γυρνώ τις σελίδες γρήγορα για να βρω το κεφάλαιο.
- Συχνά πριν κοιμηθώ γυρνώ στις ίδιες σκέψεις και δεν μπορώ να ησυχάσω.
- Όταν θέλω να καθαρίσω το μυαλό γυρνώ γύρω από τη λίμνη.
- Όταν δεν βρίσκω κάτι στην τηλεόραση γυρνώ τα κανάλια μέχρι να βρω κάτι ενδιαφέρον.