γοητεία
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή ποιότητα που προκαλεί έντονη έλξη, θαυμασμό ή ενδιαφέρον σε πρόσωπα, αντικείμενα ή καταστάσεις λόγω εμφάνισης, χάρης, προσωπικότητας ή του στοιχείου του μυστηρίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γοητεία του χαμόγελού της μαγνήτιζε τους γύρω.
- Η μάγισσα έριξε μια γοητεία πάνω στο δάσος.
- Η παλιά γειτονιά διατηρεί την γοητεία της παρά την εγκατάλειψη.
- Η γοητεία του απρόβλεπτου την τράβηξε σε νέες περιπέτειες.
- Η γοητεία του παλιού βιβλίου βρίσκεται στις χειρόγραφες σημειώσεις του.