γκρουπ

άλλο

Σύνολο ατόμων ή πραγμάτων που συνδέονται μεταξύ τους και αντιμετωπίζονται ως μία ενότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το γκρουπ θα συναντηθεί στις οκτώ για πρόβα.
  • Έγινε μέλος του γκρουπ στο πανεπιστήμιο.
  • Το γκρουπ των μαθητών ανέλαβε την παρουσίαση.
  • Στη συναυλία συμμετείχε ένα γνωστό γκρουπ.
  • Το γκρουπ μας ταξίδεψε μαζί σε όλη την Ευρώπη.
  • Στην εφαρμογή δημιούργησε ένα νέο γκρουπ για την οικογένεια.