βυθίζομαι
ρήμα1. Κατεβαίνω και περνάω κάτω από την επιφάνεια ενός υγρού ή άλλου μέσου, χάνω την επιπλέονση και κινούμαι προς το βάθος.
2. Εισέρχομαι βαθύτερα σε υλικό ή χώρο (π.χ. άμμος, λάσπη, σκοτάδι), σε βαθμό που να καλύπτομαι μερικώς ή ολικά.
Συνώνυμα
βουλιάζω καταποντίζομαι καταβυθίζομαι καταδύομαι βουτάω βουτώ πνίγομαι χάνομαι καθίζομαι εξαφανίζομαι καθίζω αφήνομαι κατρακυλάω εμβαθύνω παραδίνομαι παρασύρομαι μελαγχολώ καταρρέω καταθλίβομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν το σκάφος πλημμυρίζει, βυθίζομαι στο νερό.
- Καθώς διαβάζω, βυθίζομαι στις σκέψεις μου.
- Ακούγοντας τα νέα, βυθίζομαι σε βαθιά λύπη.
- Όταν κλείνω τα μάτια το βράδυ, βυθίζομαι στον ύπνο.
- Με τη μουσική χαμηλά, βυθίζομαι στην εργασία και χάνω την αίσθηση του χρόνου.