βλακώδης
επίθετο1. Που εκδηλώνει ή προκύπτει από έλλειψη λογικής κρίσης ή στοχασμού, οδηγώντας σε ασυλλόγιστες, επιπόλαιες ή επιζήμιες πράξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σχεδιασμός ήταν βλακώδης και απέτυχε γρήγορα.
- Ο σχολιασμός του ήταν βλακώδης και προσέβαλε τους παρευρισκόμενους.
- Ο νόμος φάνηκε βλακώδης στην εφαρμογή του και προκάλεσε σύγχυση.
- Ο τρόπος που το χειρίστηκε ήταν βλακώδης και επικίνδυνος.
- Ο ισχυρισμός του ήταν βλακώδης, χωρίς κανένα στοιχείο που να τον στηρίζει.