βλαβερός

επίθετο

1. Που προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει βλάβη, ζημιά ή τραυματισμό σε πρόσωπα, ζώα, αντικείμενα ή περιουσία.

2. Που έχει αρνητική επίδραση στην υγεία, στο περιβάλλον, στην ψυχική ή κοινωνική ευημερία ή στη σωστή λειτουργία θεσμών και διαδικασιών.

Συνώνυμα

επιβλαβής επιζήμιος βλαπτικός τοξικός επικίνδυνος ανθυγιεινός ζημιογόνος δηλητηριώδης κακός ολέθριος καρκινογόνος καταστροφικός υπονομευτικός επιδεινωτικός ανεπιθύμητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία.
  • Οι βιομηχανικές απορρίψεις είναι βλαβερές για τα οικοσυστήματα.
  • Η υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης μπορεί να γίνει βλαβερή.
  • Ο αμίαντος αποδείχτηκε βλαβερός για τους εργάτες.
  • Ορισμένα πρόσθετα θεωρούνται βλαβερά για τον οργανισμό.
  • Μια βλαβερή παρέα μπορεί να αλλάξει τις προτεραιότητες ενός νέου.