βαβούρα

ουσιαστικό

1. Σύνολο πολλών, ασυντόνιστων ηχητικών ερεθισμάτων υψηλής έντασης που παράγονται ταυτόχρονα και εμποδίζουν την καθαρή ακουστική επικοινωνία ή τη συγκέντρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βαβούρα από τα παιδιά στην αυλή με εμπόδιζε να συγκεντρωθώ.
  • Δεν χρειάζεται όλη αυτή η βαβούρα, τα πράγματα λύνονται ήρεμα.
  • Μετά τη συναυλία υπήρξε πολλή βαβούρα στους δρόμους.
  • Μην κάνεις βαβούρα, προσπάθησε να είσαι πιο ήσυχος.
  • Η βαβούρα στην αγορά την Κυριακή ήταν ιδιαίτερα έντονη.