αόριστα

επίρρημα

1. Με τρόπο ασαφή ή χωρίς σαφήνεια, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ή λεπτομέρειες.

2. Χωρίς χρονικό, ποσοτικό ή άλλο περιορισμό· χωρίς καθορισμό ως προς το πότε, το πόσο ή τον βαθμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θυμάμαι αόριστα τη στιγμή που συναντηθήκαμε.
  • Η συνάντηση αναβλήθηκε αόριστα λόγω απεργίας.
  • Μιλούσε αόριστα, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες.
  • Στο μάθημα είδαμε τα αόριστα ρήματα και τις καταλήξεις τους.
  • Ο μάρτυρας απάντησε αόριστα, γι' αυτό το δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις.