αυτοδιάθεση
ουσιαστικό1. Δικαίωμα ή ικανότητα ενός ατόμου να λαμβάνει αποφάσεις για τη ζωή, το σώμα, την υγεία και την προσωπική του υπόσταση χωρίς εξωτερική πίεση ή επιβολή.
Συνώνυμα
αυτονομία αυτοκυβέρνηση αυτοκυριαρχία αυτεξουσιότητα αυτοδιαχείριση αυτοπροσδιορισμός διάθεση αυτοκαθορισμός ανεξαρτησία λευτεριά χειραφέτηση ελευθερία βούληση θέληση αυτοδυναμία προαιρετικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι κάτοικοι διεκδικούν την αυτοδιάθεση του τόπου τους.
- Η αυτοδιάθεση του ασθενούς σχετικά με τη θεραπεία πρέπει να γίνεται σεβαστή.
- Στη διαθήκη ορίζεται η αυτοδιάθεση της περιουσίας.
- Η αυτοδιάθεση αποτελεί βασική αξία στην εκπαίδευση για την ενίσχυση της προσωπικής ευθύνης.
- Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση συζητείται έντονα στο πλαίσιο της ευθανασίας.