αυξάνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει μεγαλύτερο σε ποσότητα, μέγεθος, ένταση ή βαθμό.
2. Προκαλώ ή επιφέρω άνοδο σε τιμή, παραγωγή, ταχύτητα, θερμοκρασία ή σε αριθμό/ποσοστό.
3. Γίνομαι μεγαλύτερος σε ποσότητα, μέγεθος ή βαθμό (για καταστάσεις, ποσά ή οργανισμούς).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χρόνο αυξάνω τις ώρες μελέτης για καλύτερα αποτελέσματα.
- Πριν από τις διακοπές συνήθως αυξάνω τις τιμές των υπηρεσιών.
- Όταν αυξάνω την ένταση των ηχείων, ο ήχος γίνεται πιο δυνατός.
- Στον νέο ρόλο πρέπει να αυξάνω σταδιακά τις ευθύνες μου.
- Προσπαθώ να αυξάνω την παραγωγή χωρίς να μειώσω την ποιότητα.
- Εάν αυξάνω τη δόση του φαρμάκου, συχνά εμφανίζονται παρενέργειες.