ασέβεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη σεβασμού προς άτομα, θεσμούς ή κοινωνικές συμβάσεις, που εκδηλώνεται με προκλητική συμπεριφορά, αγνόηση ή μη αναγνώριση της αξίας ή της θέσης τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασέβεια προς τους γονείς πληγώνει.
  • Ο μαθητής τιμωρήθηκε για την ασέβεια που έδειξε στον δάσκαλο.
  • Η ασέβεια απέναντι στα ιερά μνημεία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Η συστηματική ασέβεια προς τους κανόνες του σχολείου δεν θα γίνει ανεκτή.
  • Θεώρησε ότι η παρέμβαση ήταν ασέβεια στην προσωπική του ζωή.