ασάφης
επίθετο1. Που δεν παρουσιάζει σαφήνεια στην έννοια ή την έκφραση, αφήνοντας αδιευκρίνιστα σημεία.
2. Που έχει αόριστα ή ανεξακρίβωτα όρια, μορφή ή χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται με ακρίβεια.
Συνώνυμα
αόριστος ακαθόριστος απροσδιόριστος αμφίσημος διφορούμενος αβέβαιος θολός δυσερμήνευτος αμφίβολος αινιγματικός μπερδεμένος σκοτεινός γκρίζος αμφιλεγόμενος άγνωστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάντησή του στην ερώτηση ήταν ασάφης.
- Η οδηγία που έδωσε ο προϊστάμενος ήταν ασάφης, οπότε κανείς δεν ήξερε τι να κάνει.
- Ο ήχος στην ηχογράφηση ήταν ασάφης.
- Η ιατρική διάγνωση ήταν ασάφης, και ο γιατρός ζήτησε περαιτέρω εξετάσεις.
- Η διατύπωση του άρθρου στο συμβόλαιο φαίνεται ασάφης, πράγμα που μπορεί να δημιουργήσει νομικά προβλήματα.