αρεστός

επίθετο

1. Που προκαλεί θετικά συναισθήματα, αποδοχή ή επιδοκιμασία από κάποιον.

2. Που ταιριάζει ή ικανοποιεί τις προτιμήσεις, τις επιθυμίες ή τις προσδοκίες ενός ατόμου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι αρεστός σε όλους τους συνεργάτες του.
  • Η συμπεριφορά της ήταν αρεστή στους δασκάλους.
  • Το αποτέλεσμα της δοκιμής δεν ήταν αρεστό στον επιβλέποντα.
  • Οι νέες προτάσεις έγιναν αρεστές στην επιτροπή.
  • Προσπάθησε να είναι αρεστός στη διοίκηση, αλλά δεν ήθελε να αλλάξει τις αρχές του.