απρέπεια

ουσιαστικό

1. Έλλειψη σεβασμού ή ευπρέπειας στη συμπεριφορά ή στον λόγο, που προκαλεί προσβολή ή δυσφορία σε άλλους.

2. Συμπεριφορά, χειρονομία ή έκφραση που παρεκκλίνει από τους κοινωνικά αποδεκτούς κανόνες ευπρέπειας και θεωρείται ανάρμοστη ή προσβλητική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απρέπεια των σχολίων του προκάλεσε έντονη αντίδραση.
  • Θεώρησαν την απρέπεια στον τρόπο ένδυσης απαράδεκτη για την τελετή.
  • Η απρέπεια της συμπεριφοράς της έβλαψε τη φήμη της εταιρείας.
  • Δεν συγχώρησε την απρέπεια που του επιφύλαξαν οι συνάδελφοι.
  • Τα παιδιά τιμωρήθηκαν για την απρέπεια τους στην τάξη.