αποφυλάκιση

ουσιαστικό

1. Απελευθέρωση κρατουμένου από σωφρονιστικό κατάστημα, κατόπιν δικαστικής απόφασης, διοικητικής ενέργειας ή άλλης νομικής διαδικασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποφυλάκιση του κρατούμενου έγινε χθες.
  • Ζήτησε αποφυλάκιση υπό όρους από το δικαστήριο.
  • Η προσωρινή αποφυλάκιση δόθηκε σε κρατούμενο για λόγους υγείας.
  • Ο δικηγόρος πέτυχε την αποφυλάκιση με αναστολή.
  • Η αποφυλάκιση του δημοφιλούς πολιτικού προκάλεσε αντιδράσεις.