αποστασία

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το γεγονός της εγκατάλειψης από κάποιον της θρησκείας, του δόγματος ή της θρησκευτικής πίστης που είχε προηγουμένως αποδεχθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποστασία από την πίστη του συγκλόνισε την τοπική κοινότητα.
  • Η αποστασία των βουλευτών οδήγησε σε σοβαρή κυβερνητική κρίση.
  • Η αποστασία του 1965 παραμένει σημαντικό σημείο στην πολιτική ιστορία της χώρας.
  • Ένιωσε την αποστασία του φίλου της ως βαθιά προδοσία.
  • Στο μυθιστόρημα, η αποστασία της ηρωίδας συμβολίζει την εσωτερική της κρίση.