αποσαφηνίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι σαφές, εξαλείφοντας αμφιβολίες ή ασάφειες σχετικά με νόημα, πρόθεση ή πληροφορία.
2. Επεξηγώ λεπτομερώς στοιχεία ή όρους ώστε να γίνουν κατανοητοί και συγκεκριμένοι.
Συνώνυμα
διευκρινίζω διασαφηνίζω εκσαφηνίζω σαφηνίζω επεξηγώ καθιστώ διαφωτίζω εξηγώ ξεκαθαρίζω ξεδιαλύνω προσδιορίζω φανερώνω επισημαίνω μεταφράζω αναλύω ερμηνεύω εκλαϊκεύω ξεμπερδεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην παρουσίαση αποσαφηνίζω τα κύρια σημεία για να μην υπάρχει σύγχυση.
- Σε κάθε οδηγία αποσαφηνίζω τα βήματα, ώστε οι συνάδελφοι να τα ακολουθούν σωστά.
- Στη σύσκεψη νομικών θεμάτων αποσαφηνίζω τους όρους του συμβολαίου πριν υπογραφεί.
- Όταν μου ζητούν εξήγηση, αποσαφηνίζω την πρόθεσή μου για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις.
- Κατά τη διάρκεια του μαθήματος αποσαφηνίζω τις δύσκολες έννοιες με παραδείγματα.