αποπληρωμή
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή διαδικασία της εξόφλησης χρηματικής οφειλής ή υποχρέωσης μέσω καταβολής ποσών ή άλλων μέσων.
2. Το ποσό ή οι δόσεις που καταβάλλονται για την εξόφληση μιας οφειλής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποπληρωμή του δανείου θα γίνει σε εξήντα μηνιαίες δόσεις.
- Ο πελάτης ζήτησε πρόωρη αποπληρωμή χωρίς επιπλέον έξοδα.
- Η τελευταία αποπληρωμή πιστώθηκε στο λογαριασμό χθες.
- Για την αποπληρωμή των οφειλών απαιτείται λεπτομερής προϋπολογισμός.
- Το συμβόλαιο προβλέπει ότι η αποπληρωμή γίνεται μόνον μετά από γραπτή ειδοποίηση.