απομονώνομαι
ρήμα1. Απομακρύνομαι από άλλους ή από το κοινωνικό περιβάλλον, περιορίζοντας την επαφή και την επικοινωνία.
2. Κλείνομαι σε απομονωμένο χώρο ή θέση, φυσικά διαχωρίζομαι από τους γύρω για ανάπαυση, ασφάλεια ή παρατήρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συναναστρέφομαι συμμετέχω εντάσσομαι ενσωματώνομαι αλληλεπιδρώ συγχρωτίζομαι ανοιγόμαι επικοινωνώ πλησιάζω προσεγγίζω συνδέομαι κοινωνικοποιούμαι διαλέγομαι εμπλέκομαι συναισθάνομαι συνδιαλέγομαι ανήκω συναντιέμαι συνεργάζομαι σχετίζομαι απευθύνομαι εκτίθεμαι συνενώνομαι προβάλλομαι συνεννοούμαι φέρομαι διασκεδάζω μπλέκομαι ξεμυτίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Για να τελειώσω τη μελέτη, απομονώνομαι κάθε πρωί για αρκετές ώρες.
- Μετά το σκληρό χωρισμό, συχνά απομονώνομαι και αποφεύγω τις κοινωνικές συναντήσεις.
- Κατά την πανδημία, απομονώνομαι όταν έχω συμπτώματα για να προστατεύσω τους άλλους.
- Σε περιόδους κακοκαιρίας, απομονώνομαι στο χωριό επειδή οι δρόμοι κλείνουν.
- Στο εργαστήριο, απομονώνομαι από το υπόλοιπο προσωπικό για να διατηρήσω την ασφάλεια των δειγμάτων.