απολογισμός
ουσιαστικό1. Έγγραφο ή έκθεση που παρουσιάζει τα οικονομικά στοιχεία ενός οργανισμού, επιχείρησης ή έργου, περιλαμβάνοντας έσοδα, έξοδα και ισοζύγιο.
Συνώνυμα
αναφορά έκθεση ισολογισμός ισοζύγιο σύνοψη περίληψη ανασκόπηση αξιολόγηση αποτίμηση κατάσταση λογαριασμός ταμείο καταγραφή ανάλυση έλεγχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απολογισμός του έργου θα παρουσιαστεί στη γενική συνέλευση.
- Στον ετήσιο απολογισμό, ο διευθυντής ανέλυσε τα οικονομικά στοιχεία και τα σχέδια για το μέλλον.
- Μετά το τέλος της θητείας του έκανε έναν ειλικρινή απολογισμό των επιλογών και των λαθών του.
- Η εταιρεία δημοσίευσε τον απολογισμό των κοινωνικών και περιβαλλοντικών της επιδόσεων.
- Ζήτησαν τον απολογισμό των εσόδων και των δαπανών πριν την τελική έγκριση.