αποκλειστικός
επίθετο1. Που προορίζεται ή ανήκει αποκλειστικά σε ένα άτομο, ομάδα ή φορέα, αποκλείοντας την πρόσβαση, τη χρήση ή τη συμμετοχή άλλων.
2. Που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαθεσιμότητα ή πρόσβαση, ώστε να διατηρείται ειδικότητα ή μοναδικότητα.
Συνώνυμα
μόνος μοναδικός ιδιωτικός κλειστός επιλεκτικός περιοριστικός μονοπωλιακός προνομιακός απρόσιτος ιδιαίτερος απόλυτος ξεχωριστός ειδικός μονομερής απομονωτικός πρωτογενής ελιτίστικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποκλειστική συνέντευξη μεταδόθηκε χθες το βράδυ.
- Ο αποκλειστικός συνεργάτης της εταιρείας υπέγραψε τη συμφωνία.
- Το συμβόλαιο δίνει στην εταιρεία αποκλειστικό δικαίωμα διανομής στην περιοχή.
- Αποφασίσαμε να είμαστε αποκλειστικοί ως ζευγάρι.
- Οι πελάτες έχουν αποκλειστική πρόσβαση στην beta έκδοση της εφαρμογής.
- Ο προμηθευτής παρέχει αποκλειστικές πρώτες ύλες για όλη τη σειρά προϊόντων.