αποκήρυξη
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα κατά το οποίο ένα πρόσωπο ή φορέας δηλώνει ότι αρνείται ή αποσυνδέεται από κάποια πεποίθηση, ιδιότητα, σχέση, δέσμευση ή οργάνωση.
Συνώνυμα
αποστασία άρνηση απόρριψη απεμπόληση απάρνηση διαγραφή αφορισμός διάψευση κόψιμο ξεκόλημα εγκατάλειψη αποστασιοποίηση παραίτηση αποπομπή αναδίπλωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποκήρυξη των πολιτικών του πεποιθήσεων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο κόμμα.
- Ο πατέρας ανακοίνωσε την αποκήρυξη του γιου του εξαιτίας των πράξεών του.
- Η εκκλησία ζήτησε δημόσια αποκήρυξη της αίρεσης από τους αποστασιοποιηθέντες πιστούς.
- Η αποκήρυξη της βίας από την ηγεσία του κινήματος δημοσιεύτηκε στην επίσημη ανακοίνωση.
- Η επίσημη αποκήρυξη του κρατικού χρέους θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες.