αποθέωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της ανύψωσης ενός προσώπου σε θεϊκή ή απόλυτα τιμητική θέση, είτε σε τελετουργικό είτε σε συμβολικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

αποκορύφωμα θεοποίηση εξύψωση χειροκρότημα θρίαμβος έπαινος λατρεία επευφημία εξιδανίκευση προσκύνηση δόξα θαυμασμός δικαίωση έκσταση υμνολογία δοξολογία πανηγυρισμός ύμνηση φρενίτιδα σουξέ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην αρχαία πόλη τελέστηκε η αποθέωση του βασιλιά με επίσημη τελετή.
  • Η συναυλία έφτασε στην αποθέωση όταν ο μαέστρος οδήγησε την ορχήστρα στο φινάλε.
  • Οι αθλητές γνώρισαν την αποθέωση του κοινού μετά τη μεγάλη νίκη.
  • Η αποθέωση της τεχνολογίας δεν πρέπει να αντικαθιστά την κριτική σκέψη.
  • Το έργο του καλλιτέχνη έφτασε στην αποθέωση μετά τη διεθνή αναγνώριση.